Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΙΟΦΙΛΙ ΤΟΥ


Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ η καρδιά μου.

Βρύση το αίμα το ‘χυσα σταλαγματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ το λόγγο
να ναι χλωρό και δροσερό, να ναι ανθούς γεμάτο
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.

Ποιος ξέρει από το μνήμα μου, τι δέντρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του αποκάτω
θα ρχονται τα κλεφτόπουλα τ άρματα να κρεμάνε,
να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα του να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ η φλόγα τ άρματα κι οι χρόνοι την ανδρειά μου. 
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε. 
Τ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.   
Σταθείτ εδώ τριγύρω μου, σταθείτ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν από σας, το νιότερο, ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ άξιο μου καριοφίλι
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει:
«Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει!». 

Θ αναστενάξ η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος.
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λειώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα, παιδί μου, γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
      και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου απάνω
θέλω για ύστερη φορά ν ακούσει τη βοή του.

Έτρεξε το κλεφτόπουλο, σαν να τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:
«Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει!».  
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια,
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη τ άξιο το καριοφίλι
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ του βράχου τον γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

Άκουσ ο Δήμος τη βοή μες στον βαθύ του ύπνο,
τ αχνό του χείλη εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια...
       Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.

Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ απαντιέται,
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβιώνται, πάνε.
 
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε στα «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ»! Το ιστολόγιο ενημερώνεται με πολλή αγάπη και σεβασμό στους μικρούς μας φίλους. Κάθε σελίδα του συμπληρώνεται με μεράκι, όπως ένα παιδικό βιβλίο, φροντίζοντας ώστε να είναι καλαίσθητο κι ευχάριστο στα μάτια τους. Σας ευχαριστούμε που ομορφαίνετε την παρέα μας και μας δείχνετε την αγάπη σας με τα ευγενικά και ενθαρρυντικά σας σχόλια!