Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

"ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΒΕΡΓΙΝΑΣ" ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ

Άλλοτε λόγοι αντικειμενικοί και άλλοτε υποκειμενικοί προκαλούν ή δικαιολογούν κάποιους απολογισμούς, μιαν αναδρομή σ’ ένα έργο πολλών χρόνων, έστω κι αν αυτό δεν έχει φτάσει στο τέλος του. Ο αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί το σημερινό κείμενο είναι το γεγονός ότι στη Βεργίνα έχει αρχίσει και προχωρεί με γρήγορο ρυθμό το έργο της στέγασης των βασιλικών τάφων. Με το έργο αυτό θα προστατευθούν επιτέλους τα μοναδικά αυτά μνημεία, προπάντων οι θαυμαστές τοιχογραφίες που μας αποκάλυψαν την άγνωστη ουσιαστικά ζωγραφική της αρχαίας Ελλάδας. 


Μια δεύτερη συνέπεια του έργου, που ενδιαφέρει ίσως περισσότερο όλον τον κόσμο, θα είναι η δυνατότητα να γίνουν τα μνημεία επισκέψιμα, ώστε να σταματήσουν πια οι διαμαρτυρίες των χιλιάδων επισκεπτών που ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν μονάχα τις λαμαρίνες που στέγαζαν για πολλά χρόνια τους βασιλικούς τάφους.

Οι υποκειμενικοί λόγοι που με οδήγησαν σ’ αυτή την απολογιστική αναδρομή δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη και δεν είναι ανάγκη να σταθώ σ’ αυτούς. Η ανασκαφική έρευνα της Βεργίνας άρχισε πριν από 130 χρόνια, στα 1861, από τον γάλλο αρχαιολόγο Leon Heuzey. Στη μνημειώδη δημοσίευση των ερευνών του στη Μακεδονία που είχε τον τίτλο “Mission Archeologique de Macedoine“, Paris 1976, ο Heuzey κάνει την προφητική διατύπωση: «Άραγε θα μας διαδεχτούν άλλοι ερευνητές στον ίδιον αρχαιολογικό χώρο, για να τελειώσουν το έργο μας, θα θελήσουν να καταπιαστούν με την αποκάλυψη των αφανών ερειπίων και των καταχωμένων μέσα στο έδαφος θεμελιώσεων; Πολύ το ευχόμαστε, χωρίς όμως να μπορούμε και να είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό. 

Κι όμως, αν απομένει ακόμα κάποια ελπίδα να εισδύσουμε στο μυστήριο που απλώνεται βαρύ επάνω στην ιστορία, στους θεσμούς και στην τοπογραφία ακόμα της Μακεδονίας, αν υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα να αποσπάσουμε από την πυκνή λησμονιά τα αρχαία μνημεία ενός λαού που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον κόσμο, έχουμε την πεποίθηση πως η λύση γι’ αυτές τις δυσκολίες κρύβεται κάτω από τους λόφους της Παλατίτσας (είναι το γειτονικό προς τη Βεργίνα χωριό που υπήρχε τότε. Στη Βεργίνα υπήρχαν μόνο δυο μικροί οικισμοί από λίγα σπίτια, οι Κούτλες και οι Μπάρμπες). Όποιο κι αν είναι το όνομα της άγνωστης αυτής πόλης, η σπουδαιότητα των ερειπίων της την κάνει κάτι σαν την Πομπηία για τη Μακεδονία, θα απομείνει σε μας κάποια τιμή, γιατί ήμασταν οι πρώτοι που τραβήξαμε με επιμονή σ’ αυτό το σημείο την προσοχή των περιηγητών και των επιστημόνων.

Η ευχή του γάλλου αρχαιολόγου πραγματοποιήθηκε ύστερα από πολλά χρόνια, όταν πια η Μακεδονία απελευθερώθηκε από την τουρκική κατοχή αιώνων και η πρωτεύουσα της Θεσσαλονίκης απόκτησε το Πανεπιστήμιο της. Τότε, ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους δασκάλους της φιλοσοφικής βρέθηκε και ο Κ. Α. Ρωμαίος, από τους κορυφαίους της ελληνικής αρχαιολογικής επιστήμης. Η ερευνητική του ευαισθησία τον οδήγησε αμέσως στους «λόφους της Παλατίτσας», για να συνεχίσει την ανασκαφή του λαμπρού ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει ο L. Heuzey. Τώρα όμως δίπλα στα αρχαία ερείπια είχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο χωριό, η Βεργίνα. Η ανασκαφή άρχισε το 1938 και συνεχίστηκε ως το 1940, ως τη μέρα που ξέσπασε ο πόλεμος. Ο Ρωμαίος προχώρησε την ανασκαφή του ανακτόρου και αποκάλυψε και τον δεύτερο μακεδονικό τάφο της περιοχής (τον πρώτο τον είχε ανασκάψει ο L.·Heuzey). 

Ο συντάκτης αυτού του κειμένου ήταν τα χρόνια εκείνα φοιτητής και είχε τη μεγάλη τύχη να παρακολουθήσει τις ανασκαφές του δασκάλου του σε όλες τις περιόδους, από το 1938 ως το 1940. Γνώρισε τον τόπο, τον αγάπησε και δέθηκε μ’ αυτόν για όλη του τη ζωή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως κάποια μοίρα του όρισε να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην έρευνα του τόπου αυτού. Γιατί, όταν ύστερα από τον πόλεμο διορίστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία, τοποθετήθηκε στη Βέροια, είχε δηλαδή στην ευθύνη του και τη Βεργίνα. Έτσι άρχισε–και ακόμα δεν τελείωσε–μια πολύχρονη ανασκαφική έρευνα από το 1952. 

Στα σαράντα χρόνια της ερευνητικής αυτής προσπάθειας τα αποτελέσματα υπήρξαν εξαιρετικά γόνιμα, με κορύφωση βέβαια την αποκάλυψη των βασιλικών τάφων το 1977. Τη μακρότατη αυτή περίοδο θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, από το 1952 ως το 1961, ανασκάφηκε το σημαντικό προϊστορικό νεκροταφείο των τύμβων, το μεγαλύτερο που έχει ανασκαφεί ως τώρα στη Μακεδονία. Τα ευρήματά του χρονολογούνται από τον 10ο ως τον 7ο π.Χ. αιώνα και είναι εξαιρετικά σημαντικά για τη γνώση της πρώιμης αυτής περιόδου. Άφθονα αγγεία και ακόμη περισσότερα χάλκινα κοσμήματα και σιδερένια όπλα μαρτυρούν πως στην περιοχή αυτή υπήρχε οικισμός με υψηλό βιοτικό επίπεδο και βέβαια οικονομική ακμή. 

Στη δεύτερη φάση, σε συνεργασία με τον συνάδελφο Γ. Μπακαλάκη συνεχίσαμε και ολοκληρώσαμε την ανασκαφή του ανακτόρου. Στη φάση αυτή (1961-1974) η ανασκαφή ανήκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έτσι την παρακολούθησαν πολλοί φοιτητές του αρχαιολογικού τμήματος. Όλοι σχεδόν οι αρχαιολόγοι που υπηρετούν σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα έχουν θητεύσει στην ανασκαφή της Βεργίνας. Η τρίτη φάση αρχίζει τυπικά το 1976, όμως ουσιαστικά θα πρέπει να τη συνδέσουμε με τις ανασκαφικές προσπάθειες του 1952 και προπάντων του 1962 και 1963.


Ένας από τους στόχους που είχε θέσει ο συντάκτης αυτού του κειμένου από την αρχή της ερευνητικής του προσπάθειας στη Βεργίνα ήταν η έρευνα της Μεγάλης Τούμπας, του τεράστιου τύμβου που υψωνόταν στα ΒΔ όρια του χωριού. Μία πρώτη δοκιμή το 1952 τον έπεισε ότι ο τύμβος ήταν αναμφισβήτητα τεχνητός και χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους. Οι εργασίες του 1962 και 1963 επιβεβαίωσαν αυτή την εκτίμηση και τον έπεισαν για κάτι ακόμη. Πως ο μακεδονικός τάφος που πρέπει να υπήρχε μέσα στον τύμβο δεν μπορούσε να βρίσκεται μέσα στην επίχωση του τύμβου, αλλά κάτω από το φυσικό έδαφος, πράγμα που σήμαινε πως η αποκάλυψή του απαιτούσε πολύ περισσότερη εργασία και θα γινόταν με μεγαλύτερη δυσχέρεια. Η ουσιαστική όμως εργασία στη Μεγάλη Τούμπα άρχισε το 1976, όταν πια είχαν τελειώσει οι ανασκαφικές εργασίες στο ανάκτορο.

Η χρονιά εκείνη στάθηκε καίρια για όλη την έρευνα της Βεργίνας. Δεν βρέθηκε βέβαια ο μακεδονικός τάφος που αναζητούσε ο ανασκαφέας, όμως αποκαλύφθηκαν πολυάριθμα κομμάτια από σπασμένες επιτύμβιες στήλες που οδήγησαν σε μια χρήσιμη υπόθεση, που αποδείχτηκε όχι μόνο σωστή, αλλά εξαιρετικά γόνιμη. Η υπόθεση ήταν πως η Μεγάλη Τούμπα κάλυπτε βασιλικούς τάφους, γεγονός που σήμαινε πως η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με την πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδόνων, τις Αιγές, όπως είχε προτείνει πριν από λίγα χρόνια ο Ν. Hammond, χωρίς όμως να γίνει γενικά αποδεκτή η άποψή του.

Mε τον ενθουσιασμό και τις προσδοκίες που δημιουργούσε η υπόθεση αυτή άρχισε η ανασκαφή του 1977, η οποία κατέληξε στην αποκάλυψη των δυο πρώτων βασιλικών τάφων, από τους οποίους ο μεγαλύτερος ήταν ασύλητος και, όπως διαπιστώθηκε, ανήκε στον Φίλιππο Β΄. Η απόδοση αυτή και τα εκπληκτικά ευρήματα που περιείχε έκανε πολλούς να χαρακτηρίσουν το εύρημα ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα και προκάλεσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Από τη στιγμή εκείνη η ανασκαφή της Βεργίνας έπαιρνε άλλες διαστάσεις. 

Ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε αμέσως τον χώρο της ανασκαφής και χορήγησε στον ανασκαφέα τα οικονομικά μέσα για την άνετη συνέχιση της έρευνας, αφού οι προσδοκίες για νέα σημαντικά ευρήματα ήταν πια μεγάλες. Η ύπαρξη των βασιλικών τάφων επιβεβαίωνε με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο πως πραγματικά η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με τις Αιγές, την πανάρχαια και σεβάσμια κοιτίδα των Μακεδόνων. Η ανασκαφή της Βεργίνας απόκτησε από τη στιγμή εκείνη εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά και τα παλαιά ευρήματα φωτίστηκαν με νέο φως και πρόσφεραν πολύτιμες πληροφορίες.

Την επόμενη χρονιά, 1978, ένας ακόμη ασύλητος βασιλικός τάφος, δίπλα στον Τάφο τον Φιλίππου, πρόσθεσε νέα μοναδικά ευρήματα. Αλλά με το τέλος της ανασκαφής στη Μεγάλη Τούμπα οι στόχοι μας μετατοπίσθηκαν σε άλλα σημεία της περιοχής με αποτελέσματα που ξεπερνούσαν τις πιο τολμηρές προβλέψεις μας. Τρεις ακόμη μακεδονικοί τάφοι, με θαυμάσια τοιχογραφία στον έναν απ’ αυτούς, ήταν τα πρώτα μνημεία που αποκαλύψαμε ύστερα από το 1981. Και αμέσως μετά, ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα με ιδιαίτερη ιστορική σημασία: το θέατρο όπου δολοφονήθηκε ο Φίλιππος και όπου ανακηρύχθηκε ο Αλέξανδρος βασιλιάς των Μακεδόνων, για να οδηγήσει τον ελληνισμό στα πέρατα της Ανατολής.

Στη συνέχεια βρέθηκε ο πρώτος μικρός ναός και έξω απ’ αυτόν βάσεις αναθηματικών αγαλμάτων, σε μιαν από τις οποίες υπήρχε η επιγραφή με το όνομα της Ευρυδίκης, της μητέρας του Φιλίππου. Είχαμε λοιπόν βασιλικά αναθήματα. Η έρευνα στην περιοχή αποκάλυψε και δεύτερο ναό και έξω απ’ αυτόν μιαν ακόμη βάση με το όνομα της Ευρυδίκης, αυτή τη φορά δίπλα στη βάση υπήρχε το θαυμάσιο άγαλμα που είχε αναθέσει η βασίλισσα στην Εύκλεια.

Ίσως όμως τα πιο σημαντικά ευρήματα να ήταν αυτά που αποκαλύφθηκαν δίπλα στον τάφο του Ρωμαίου. Εφτά αρχαίοι και κλασικοί τάφοι με μοναδικά κτερίσματα και δίπλα απ’ αυτούς ένας ακόμη βασιλικός τάφος. Είναι με ασφάλεια χρονολογημένος περί το 340 π.Χ., δηλαδή είναι ο αρχαιότερος και μεγαλύτερος μακεδονικός τάφος που γνωρίζουμε ως τώρα. Η εσωτερική του διαμόρφωση και η αρχιτεκτονική του λύση είναι εντελώς μοναδικές και προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία στη γνώση των μακεδονικών τάφων. Αλλά το εκπληκτικότερο και εντυπωσιακότερο στοιχείο αποτελεί ο μνημειακός μαρμάρινος θρόνος που σώζεται στον κυρίως θάλαμο. Η διακόσμησή του με τη θαυμάσια ζωγραφική του ερεισίνωτου δεν έχουν το ταίρι τους σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Πιστεύω πως ο τάφος αυτός ανήκε στη μητέρα του Φιλίππου, την Ευρυδίκη. Και τέλος, μόλις άρχισε η αποκάλυψη ενός ιερού της Κυβέλης των ελληνιστικών χρόνων.

Η συνοπτική αυτή έκθεση για τις ανασκαφικές έρευνες στη Βεργίνα έδειξε νομίζω, πως οι Αρχαίες Αιγές αποτελούν πραγματικά, όπως προφήτεψε ο L. Heuzey, την Πομπηία της Αρχαίας Μακεδονίας και η αρχαιολογική τους έρευνα θα μας αποδώσει πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία και τον πολιτισμό των Μακεδόνων, αυτόν που άπλωσαν ως την Βακτριανή και ακόμα παραπέρα.

ΠΗΓΗ:HISTORY OF MACEDONIA 

   
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΣΤΟ "ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΒΕΡΓΙΝΑΣ", ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
Γνωστοί και άγνωστοι, Έλληνες και ξένοι, με παρακίνησαν να γράψω το κείμενο που δημοσιεύεται σ' αυτόν τον τόμο. Ίσως αυτός ο εξωτερικός ερεθισμός να στάθηκε μονάχα η πρόφαση να καταγράψω όσα κι εγώ ο ίδιος αισθανόμουν την ανάγκη να φέρω στη μνήμη μου και να τα καθηλώσω σε μια πιο στέρεη μορφή. Τα αποτελέσματα της ανασκαφής στη Βεργίνα στάθηκαν πολύ πιο σημαντικά από όσο θα μπορούσα να φανταστώ και να ελπίζω όλοι έχουν την περιέργεια να μάθουν την ιστορία της πολύχρονης προσπάθειας που οδήγησε ως εδώ. Πέρα από την επιστημονική καταγραφή, που έγινε συστηματικά από το 1952 ως σήμερα, η ανασκαφική έρευνα της Βεργίνας έχει αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «ανθρώπινο» στοιχείο.


Για να φτάσουμε στην επιτυχία του 1977, χρειάστηκαν πολλά χρόνια δουλειάς ο αρχαιολόγος που άρχισε και συνέχισε τις έρευνες, οι άμεσοι συνεργάτες του, οι εργάτες της ανασκαφής, οι άνθρωποι του χωριού, έζησαν από χρόνο σε χρόνο μια επιστημονική περιπέτεια, που είναι φυσικό να τους επηρέασε όχι μονάχα με τη λάμψη του χρυσού που αποκάλυψαν στο τέλος, αλλά με τον ανθρώπινο μόχθο, τις προσδοκίες, τις απογοητεύσεις, που δοκίμασαν προτού φτάσει η τελική επιτυχία. Αυτή την ιστορία, την ανθρώπινη, μου ζήτησαν να θυμηθώ και ομολογώ πως θέλω κι εγώ να την ξαναθυμηθώ.

Θα ήταν πιο εύκολο το εγχείρημα, αν κρατούσα στη ζωή μου κάποιο ημερολόγιο πρέπει όμως να δηλώσω αμέσως στον αναγνώστη πως ποτέ μου δεν κράτησα ημερολόγιο, ούτε πριν ούτε ύστερα από το 1977. Σίγουρα δεν είμαι ο μόνος, ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως αξίζει να καταγράφω τα «συμβάντα» της ζωής μου, ούτε καν τις σκέψεις μου όσες μπορούσαν να έχουν κάποιο ενδιαφέρον τις έγραφα-όχι ημερολογιακά-και κάποτε τις δημοσίευα οι άλλες χάθηκαν, ή καλύτερα αναλώθηκαν για να είμαι αυτός που είμαι. Τώρα που το σκέφτομαι, υποθέτω πως η εποχή που έζησα ήταν ακατάλληλη για να καταγράψει κανείς με ειλικρίνεια τις σκέψεις του και τις πράξεις του. Όταν ανδρώνεσαι σε μια δικτατορία (1936-1940) και συνεχίζεις με έναν πόλεμο, που προεκτείνεται με τον εμφύλιο, δεν νιώθεις ασφάλεια να αφήνεις αδιάψευστα τεκμήρια που μπορούν να σε καταστρέψουν.

Αυτός είναι, ίσως, ο ένας λόγος. Όμως ο πιο σοβαρός, νομίζω, είναι πως ζώντας μέσα σε μια τέτοια περίοδο νιώθεις την υποχρέωση να πράξεις πιο πολύ, παρά να αρκεστείς στις ενδοσκοπήσεις ενός ημερολογίου, όταν μάλιστα δεν πιστεύεις πως έχεις να καταγράψεις τίποτα το ξεχωριστό. Αν σήμερα αποφασίζω να σχεδιάσω από μνήμης αυτή την ιστορία, είναι γιατί καταλαβαίνω πως αξίζει τον κόπο να αναλογιστώ κι εγώ ο ίδιος το δρόμο που έκανα και να δώσω στους άλλους τις πληροφορίες που θεωρούν χρήσιμες.

Θα ήταν ψεύτικη μετριοφροσύνη αν έλεγα πως εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν αξίζει να ιστορήσω το «Χρονικό της Βεργίνας». Τώρα ξέρω πως αξίζει ελπίζω να φανεί από το χρονικό αυτό πως ο δρόμος που ακολούθησα ήταν ίσιος και πως έφτασα στο τέλος του-αν υπάρχει τέλος σ' ένα τέτοιο δρόμο-μονάχα γιατί δεν κουράστηκα μεσοστρατίς. Όσα γράφω στηρίζονται στη μνήμη μου γνωρίζω πως η ανθρώπινη μνήμη είναι πάντα απατηλή προσπάθησα να την ελέγξω σε όλα τα σημεία αν όμως κάπου με παραπλάνησε, ζητώ την επιείκεια του αναγνώστη.

Ο ΤΑΦΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ
Είναι αδύνατον να γράψω τι ένιωσα όταν φάνηκε το πρώτο παράξενο τοιχάριο το μόνο που έλεγα και ξανάλεγα ήταν πως πολύ μου αρέσει, πως είμαι περίεργος να δω τι είναι, πως κάτι παράξενο κι ενδιαφέρον θα μας δώσει. Δεν ήξερα τι, ήταν αδύνατο να μαντέψω τον απροσδόκητο ρόλο του. Κι όμως «μυρίστηκα» σωστά. Είχαμε βρει την άκρη της πιο απροσδόκητης ανακάλυψης. 


Πρώτα μπήκαμε στο «μικρό» τάφο. Ήταν συλημένος κι είχε χώμα. Όμως στο βόρειο τοίχο φαινόταν καθαρά η εκπληκτική σύνθεση. Ο Πλούτων κρατούσε σφιχτά την Κόρη. Το κορμί της γυμνό, τεντωμένο απελπισμένα, είχε μιαν ομορφιά παρθενική ο ζωγράφος δούλεψε με πάθος και τόλμη. Η χαρά μου ήταν τρομερή τα χρώματα ήταν γοητευτικά, το σχέδιο συγκλονιστικό. Κι όμως είπα μονάχα: «καλό έργο». Χρειάστηκαν οι κραυγές των συναδέλφων για να με αναγκάσουν να ομολογήσω αυτό που ήξερα από την πρώτη στιγμή, πως είχαμε μπροστά μας ένα αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής. Τώρα πια έβλεπα με τα μάτια μου πως οι προσδοκίες μου επαληθεύονταν, κάτι παραπάνω: η πραγματικότητα ξεπερνούσε τις προσδοκίες μου. Λυπόμουν μονάχα πως η υπόθεσή μου για την καταστροφή από τους Γαλάτες επιβεβαιώνονταν. Δίπλα στον τάφο είχαμε τα θεμέλια ενός κτιρίου και τα σπασμένα κομμάτια της ανωδομής ο τάφος ήταν συλημένος. 

Και τότε μέσα μου άρχισε μια παράξενη ταραχή. Τι ευχόμουν; Να δικαιωθώ ως επιστήμονας και να βρω τους συλημένους βασιλικούς τάφους ή να διαψευσθώ και να βρω έναν ανέγγιχτο μακεδονικό τάφο; Δεν το αποφάσιζα, αλλά καταλάβαινα πως προτιμούσα το δεύτερο. Να είχα αυτή την τύχη, να βρω τον πρώτο μακεδονικό τάφο, όπως τον άφησαν αυτοί που έθαψαν τον πλούσιο νεκρό τους! Ένα όνειρο τόσων χρόνων, κόποι και ελπίδες μιας ζωής. Και σε λίγες μέρες η πραγματικότητα ήρθε να με βγάλει από το δίλημμα. Η θεωρία μου δεν ανατρεπόταν-τουλάχιστον όχι ακόμα, και όχι οπωσδήποτε-ενώ ο σφραγιστός τάφος ήταν εκεί μπροστά μας.

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
Ο Μανόλης Ανδρόνικος (1919-1992) του Λεωνίδα ήταν Έλληνας αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919. Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πολύ καλές επιδόσεις. Αργότερα, φιλόλογος στο Διδυμότειχο στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, διέφυγε το 1942 στη Μέση Ανατολή. Με την απελευθέρωση επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και το 1949 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή για τον Πλάτωνα και την τέχνη. Το 1952 έγινε καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Οξφόρδη με τον  τον Sir John D. Beazley (1954-1955). Υπηρέτησε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το 1957 εξελέγη υφηγητής της Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), το 1961 έκτακτος καθηγητής της Β΄ έδρας Αρχαιολογίας, και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα. Ήταν παντρεμένος με την Ολυμπία Kακουλίδου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα. Διάβαζε πολύ και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του σύλλογου «Η τέχνη». Aγαπούσε τον Παλαμά, τον Σεφέρη και τον Eλύτη. 

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα, όπου ανέσκαψε το σημαντικότατο νεκροταφείο τύμβων των γεωμετρικών χρόνων και συνέχισε σε συνεργασία με τον Γ. Μπακαλάκη την ανασκαφή του ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει το 1937 ο Κ. Α. Ρωμαίος. Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον βασιλικό τάφο του Φιλίππου του Β΄, βασιλιά της Μακεδονίας. Ο τάφος ήταν ασύλλητος με ανεκτίμητα ευρήματα. Αυτή ήταν και μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έγραψε σημαντικές μελέτες και μονογραφίες για την αρχαία ελληνική τέχνη και την αρχαιολογία του βορειοελλαδικού χώρου, ενώ δίδαξε αρχαιολογία και ιστορία της αρχαίας και νεότερη τέχνης. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Η Τέχνη», μέλος της Διεθνούς Ένωσης Τεχνοκριτών, και διετέλεσε πρόεδρος του δ.σ. του Κ.Θ.Β.Ε.. Διετέλεσε πρόεδρος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και αντιπρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ήταν ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών, της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Για την προσφορά του στην επιστήμη της αρχαιολογίας είχε λάβει διακρίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η ελληνική πολιτεία τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικα.

ΠΗΓΗ: ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ Δ. ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11/6/2006)

3 σχόλια:

  1. Ο Ανδρόνικος είναι ένας επιστήμονας στον οποίο χρωστάμε πολλά, η ανάρτηση σου είναι πολυ σημαντική... Εδώ, λοιπόν, βλέπουμε πώς ολοκληρώνεται το όνειρο ένος ανθρώπου, κι ο Ανδρόνικος είχε σπουδαία όνειρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πράγματι φίλε Lampro, χρωστάμε πολλά στο Ανδρόνικο! Αν επισκεφθείς τον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας, θα καταλάβεις το μέγεθος της προσφοράς του!!!
    Αντώνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εχω πάει και έμεινα αποσβωλομένος από το χρυσάφι και το πόσο μεγάλος ήταν ο τάφος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Καλώς ήρθατε στα «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ»! Το ιστολόγιο ενημερώνεται με πολλή αγάπη και σεβασμό για τους μικρούς μας φίλους. Κάθε σελίδα του συμπληρώνεται με μεράκι, όπως ένα παιδικό βιβλίο, φροντίζοντας ώστε να είναι καλαίσθητο κι ευχάριστο στα μάτια τους. Σας ευχαριστούμε που ομορφαίνετε την παρέα μας και μας δείχνετε την αγάπη σας με τα ευγενικά και ενθαρρυντικά σας σχόλια!