Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

"Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ"

Η Κατερίνα δε νυστάζει καθόλου. Ποτέ δε νυστάζει, άµα έχουνε ξένους. Μόνο που, όσο περνάει η ώρα, θέλει να µαθαίνει όλο και περισσότερα. Θέλει να µάθει τι γεύση έχει το κρασί του µπαµπά, πόσα τσιγάρα υπάρχουν µέσα στο πακέτο του κυρίου Τάκη και πώς ανοίγει και κλείνει η τσάντα της κυρίας Γεωργίας. 


Και τότε η µαµά λέει: «Κατερίνα, αρκετά. Γρήγορα στο κρεβάτι σου». Τρεις φορές της το λέει. Η Κατερίνα, όµως, δεν ακούει.

«Το ξέρεις πως είναι αργά, µωρό µου. Πρέπει να πας για ύπνο».

Η µαµά την πιάνει από το χέρι και την οδηγεί στο δωµάτιό της. Τη βοηθάει να γδυθεί και της στρώνει το κρεβάτι. 

«Καληνύχτα, χρυσό µου», της λέει. Τη σκεπάζει και της δίνει ένα φιλάκι στο µάγουλο.
 
«Μαµά, µην κλείσεις σήµερα το φως, σε παρακαλώ».

 «Μην ακούω ανοησίες, Κατερίνα. Ξέρεις πολλούς ανθρώπους να κοιµούνται µε το φως αναµµένο;». 

«Ούτε και την πόρτα, µαµά». 

«Σε παρακαλώ, Κατερίνα. Μα τι έχεις πάθει απόψε; Ολόκληρη κοπέλα είσαι πια... Έλα, κλείσε τα µάτια σου και κοιµήσου... Γρήγορα...», λέει η µαµά και βγαίνει κλείνοντας πρώτα το φως και ύστερα την πόρτα. 

Στην αρχή η Κατερίνα δε βλέπει τίποτα. Όλα είναι σκοτάδι. Δε βλέπει απολύτως τίποτα. Ούτε καν την Κατερίνα. 

«Κατερίνα!», φωνάζει τροµαγµένη. 

Δεν της απαντάει κανείς. Κι αυτή χώνει το κεφάλι της κάτω από τα σκεπάσµατα και κλείνει τα µάτια της. Σφιχτά. Πολύ σφιχτά. Γκαπ, γκουπ, ακούει να χτυπά η καρδιά της. 

«Κατερίνα!», ξαναφωνάζει και την πιάνουνε τα κλάµατα. 

Τι σκληρή που είναι η µαµά! Γιατί την άφησε µόνη, κατάµονη µέσα στο µαύρο σκοτάδι; Καθόλου δεν τη λυπάται! Κι αν τη φάνε οι λύκοι; Κι αν τη δαγκώσουν τα σκυλιά; Κι αν την πνίξουνε τα φίδια; Γίνεται µικρή σαν κoυβαράκι και τραβιέται στην άκρη του κρεβατιού. Μένει ακίνητη και σφίγγει κι άλλο τα µάτια της. Κόκκινα λαµπερά φωτάκια αστράφτουν παντού, σαν τα µάτια τής µάγισσας στη σκοτεινή σπηλιά. 

«Βοήθεια!», φωνάζει κι αρχίζει να τρέχει για να ξεφύγει. 

Όµως δε βρίσκει πουθενά την έξοδο της σπηλιάς. Κι όλο τρέχει... κι όλο τρέχει... Πέφτει, σηκώνεται... Τα γόνατά της µατώνουν, τα χέρια της γδέρνονται... 

«Ψιτ, ψιτ», ακούει τότε µια φωνή. Η Κατερίνα κοιτάζει γύρω γύρω. Παντού µαύρο πηχτό σκοτάδι. Δε βλέπει τίποτα.

«Ψιτ, ψιτ», ξανακούγεται η φωνή.

«Δε σε βλέπω. Πού είσαι;».

«Πώς θες να µε δεις, χαζή, αφού είµαι αόρατος και µ’ αυτό το σκοτάδι δεν µπορεί κανείς να δει ούτε τη µύτη του;».

«Τι θες να κάνω;».

«Δώσ’ µου το χέρι σου».

Η Κατερίνα απλώνει δισταχτικά το δεξί της χέρι. Και τότε κάτι παράξενο συµβαίνει. Μια ζεστασιά την πληµµυρίζει. Μια ζεστασιά γαλάζια…

Τα υγρά γκρίζα τείχη της σπηλιάς σωριάζονται σε ερείπια και τα χιλιάδες κόκκινα µάτια της µάγισσας γίνονται εκατοµµύρια αστέρια και πλανήτες και γαλαξίες. Και η γαλάζια Κατερίνα ταξιδεύει ανάµεσά τους, κρατώντας σφιχτά από το χέρι τον Αόρατο. Δε µιλάνε. Δε λένε τίποτα. Μόνο γελάνε.

«Χαχαχά», γελάει ο Αόρατος. «Χαχαχά», γελάει η Κατερίνα.

«Μα επιτέλους!... Θα ξυπνήσεις καµιά φορά; Τι γέλια είναι αυτά;».

Η Κατερίνα ανοίγει ξαφνιασµένη τα µάτια της και βλέπει πάνω από το προσκέφαλό της τη µαµά της να χαµογελάει και να προσπαθεί να την ξυπνήσει. Κοιτάζει γύρω της απογοητευµένη. Ο ήλιος έχει πληµµυρίσει το δωµάτιο.

«Πού πήγε ο Αόρατος;».

«Ποιος αόρατος;».

«Ο Αόρατος, µαµά..., που µου κρατούσε το χέρι και µ’ έκανε γαλάζια...».

«Μου φαίνεται πως κοιµάσαι ακόµη, µωρό µου. Ονειρεύεσαι κιόλας...».

ΜΑΡΩ ΛΟΪΖΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε στα «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ»! Το ιστολόγιο ενημερώνεται με πολλή αγάπη και σεβασμό στους μικρούς μας φίλους. Κάθε σελίδα του συμπληρώνεται με μεράκι, όπως ένα παιδικό βιβλίο, φροντίζοντας ώστε να είναι καλαίσθητο κι ευχάριστο στα μάτια τους. Σας ευχαριστούμε που ομορφαίνετε την παρέα μας και μας δείχνετε την αγάπη σας με τα ευγενικά και ενθαρρυντικά σας σχόλια!